Η κίνηση του ξύλου στις κατασκευές και πως θα την περιορίσουμε

Η κίνηση της μάζας του ξύλου έχει πρακτική σημασία κυρίως στις εξωτερικές ξύλινες κατασκευές.

Του κ. Ιωάννη Καρτάση, Δασολόγου ΑΠΘ – Μηχανικού ξύλου Ecole Superieure du Bois.

Λίγο ή πολύ, όλοι γνωρίζουμε ότι τα ξύλα που χρησιμοποιούμε σε ξυλουργικές κατασκευές, κυρίως εξωτερικού χώρου (πόρτες, παράθυρα, πέργολες, κουπαστές, έπιπλα ρουστίκ), μπορεί να παρουσιάζουν ορισμένες διαφοροποιήσεις των αρχικών τους διαστάσεων, είτε προς τα πάνω (διόγκωση) είτε προς τα κάτω (ρίκνωση).

Η κίνηση αυτή που οφείλεται στην απορρόφηση ή αποβολή υγρασίας, κυρίως υπό την μορφή υδρατμών, μπορεί, αν είναι μεγάλη, να μας δημιουργήσει προβλήματα στην λειτουργικότητα των κατασκευών μας.

Κατά συνέπεια θα πρέπει να βρούμε τρόπους να την περιορίσουμε σε αποδεκτά επίπεδα και αυτό είναι σχετικά εύκολο, αν εφαρμόσουμε μερικά απλά τεχνικά μέσα.

Για να γνωρίσουμε τις αιτίες και τον βαθμό της κίνησης των ξύλων θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω, στην ώρα που το δένδρο γίνεται ξυλεία στα πριονιστήριά μας.

Εκεί το νεοπαραγόμενο ξύλο περιέχει τις περισσότερες φορές υγρασία που περνάει και το 50% του βάρους του.
Αυτό γίνεται γιατί τα κύτταρά του είναι ακόμη γεμάτα από νερό και χυμούς.

Αφήνοντας το ξύλο αυτό σε κάποιο ανοιχτό χώρο, η υγρασία του αρχίζει να μειώνεται χωρίς όμως στην αρχή να παρατηρείται κάποια μεταβολή στις διαστάσεις του, (μήκος, πλάτος, πάχος).
Αυτό συνεχίζει να γίνεται μέχρι ενός ποσοστού υγρασίας, που διαφέρει από είδος σε είδος ξύλου.
Π.χ. στο ΦΛΑΜΟΥΡΙ το ποσοστό αυτό βρίσκεται στο 33%, στο ΑΒΟΝΤΙΡΙΕ στο 39%, ενώ στο ΠΑΝΤΟΥΚ κατεβαίνει στο 21% κτλ.
Από το σημείο αυτό και πέρα, αν συνεχιστεί η απώλεια υγρασίας, είτε με φυσική, είτε με τεχνητή ξήρανση, θα αρχίσει μια μείωση των διαστάσεων του ξύλου τόσο στο πλάτος όσο και στο πάχος.
Ως προς το μήκος, επειδή η μεταβολή λόγω απώλειας υγρασίας, είναι πάρα πολύ μικρή, πρακτικά δεν την λαμβάνουμε υπόψη.

Το σημείο αυτό της υγρασίας των ξύλων, το ονομάζουμε ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΙΝΟΚΟΡΟΥ, γιατί στο σημείο αυτό το ξύλο έχει χάσει πλέον όλο του το υγρό από το εσωτερικό των κυττάρων του και έχει μείνει μόνο με αυτό που εμποτίζει τα τοιχώματα των κυττάρων αυτών.

Εμπορική υπερδιάσταση πριστής ξυλείας

Ποιά όμως θα είναι η αναμενόμενη αυτή μείωση των διαστάσεων, εξαρτάται τόσο από την επιθυμητή χαμηλότερη υγρασία του ξύλου, όσο και από το είδος του ξύλου.
Αν π.χ. θέλουμε τελική υγρασία χρήσης το 10% τότε στο ΦΛΑΜΟΥΡΙ θα έχουμε μείωση της υγρασίας κατά 23% (από 33% σε 10%), ενώ στο ΠΑΝΤΟΥΚ θα έχουμε μείωση μόνο στο 11% (21-10).

Αυτήν την αναμενόμενη μείωση των διαστάσεων των ξύλων την γνωρίζουν οι παραγωγοί της πριστής ξυλείας, και δίνουν στην υγρή πριστή ξυλεία την ανάλογη υπερδιάσταση, ώστε μετά την ξήρανση να έχουν πετύχει την τελική διάσταση που ζητά η αγορά.

«Το ξύλο αναπνέει». Τι σημαίνει αυτό για τις ξύλινες κατασκευές

Από τη στιγμή που αγοράζουμε ένα ξύλο με μια οποιαδήποτε τελική υγρασία, εκείνο που μας ενδιαφέρει να ξέρουμε είναι αν το ξύλο αυτό θα εξακολουθεί να αλλάζει τις διαστάσεις του και σε ποιό βαθμό.

Όλοι μας ξέρουμε ότι το ξύλο είναι ευαίσθητο υλικό στις αλλαγές του περιβάλλοντος (θερμοκρασία και σχετική υγρασία) και αυτό γιατί είναι ένα πορώδες, υγροσκοπικό υλικό.

Αν παρατηρήσουμε με μικροσκόπιο το εσωτερικό ενός ξύλου θα διαπιστώσουμε ότι τα κενά του είναι πιο πολλά, σε ποσοστό, από τα ξύλινα μέρη του, με αποτέλεσμα η εσωτερική του επιφάνεια να είναι πολύ μεγάλη σε σχέση με τον όγκο του.

Ένα κυβικό εκατοστό διογκωμένου ξύλου (cm3) μπορεί να φθάσει να έχει και 400 m2 εσωτερική επιφάνεια (Τσούμης 1978).

Ακόμη, λοιπόν, και σε ένα χαμηλής τελικής υγρασίας ξύλο θα έχουμε μεταβολές διαστάσεων λόγω μεταβολών της υγρασίας του (το ξύλο αναπνέει λένε οι ξυλουργοί μας).

Το πρόβλημα μας, από δω και πέρα είναι να γνωρίζουμε τις μεταβολές αυτές για να τις περιορίσουμε στον πιο μικρό βαθμό.
Για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα να δούμε τον μηχανισμό αυτόν της κίνησης των ξύλων. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να θυμίσουμε εδώ μια πολύ χαρακτηριστική ιδιότητα του ξύλου ως υγροσκοπικού υλικού.

Αν αφήσουμε ένα ξύλο, οποιουδήποτε είδους, σε ένα περιβάλλον με μια σταθερή θερμοκρασία και μια σταθερή σχετική υγρασία, το ξύλο αυτό θα αποκτήσει οπωσδήποτε σε κάποιο χρόνο μια ορισμένη υγρασία, που θα αντιστοιχεί στον συνδυασμό αυτών των δύο παραγόντων του περιβάλλοντος.

Την υγρασία αυτή την ονομάζουμε Υγρασία Ισορροπίας ή Ισοδύναμο Υγρασίας.

Πχ, με μια σταθερή θερμοκρασία των 40οC και με μια σταθερή σχετική υγρασία του 60% το κάθε ξύλο, θα αποκτήσει οπωσδήποτε υγρασία ισορροπίας ίση προς το 10%.

Υπάρχει διάγραμμα που μας επιτρέπει να βρίσκουμε άμεσα την Υγρασία Ισορροπίας του ξύλου για κάθε συνδυασμό θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας (Διάγραμμα No 1).

Με βάση το διάγραμμα αυτό, έχει καταρτιστεί ο Πίνακας No 1 (Τσουμής 1978) που μας δίνει τις υγρασίες ισορροπίας των ξύλων σε αρκετές περιοχές της χώρας και μάλιστα για κάθε μήνα.

Χαρακτηριστικές, στον πίνακα αυτόν (No 1) είναι οι διαφορές υγρασίας ισορροπίας μεταξύ των μηνών Ιουλίου (οι πιο χαμηλές) και Δεκεμβρίου ή Ιανουαρίου (οι πιο ψηλές).

Πχ. Στην Αθήνα και στην Πάρνηθα βρίσκουμε τις εξής διαφορές :

Δεκέμβριος Ιούλιος Διαφορά
ΑΘΗΝΑ 14% 7,8% 6,2%
ΠΑΡΝΗΘΑ 23% 10,1% 12,9%

 

Αυτή η μεγάλη διαφορά των Υγρασιών Ισορροπίας, προφανώς επηρεάζει και τις κινήσεις των ξύλων στις δύο αυτές περιοχές.

Μπορεί βέβαια όλα τα είδη ξύλου (ή σχεδόν όλα) να αποκτούν τον ίδιο βαθμό υγρασίας ισορροπίας κάτω από τις ίδιες συνθήκες θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας, όμως η αντίδρασή τους ως προς την αλλαγή των διαστάσεων τους είναι αρκετά διαφορετική από είδος σε είδος.

Αυτό οφείλεται στην διαφορετική από είδος σε είδος ανατομική τους σύσταση, στην διαφορετική τους εσωτερική επιφάνεια, όπως και στην παρουσία ορισμένων ρητινών ή άλλων χημικών συστατικών τους.

Συντελεστής Ανισοτροπίας ή Δείκτης Πετσικαρίσματος

Πρέπει λοιπόν να ξέρουμε πως κινείται το κάθε ξύλο χωριστά και μάλιστα σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Για τον σκοπό αυτόν συντάξαμε τον Πίνακα No 2 όπου θα βρούμε τις κινήσεις 30 ειδών ξύλου, μερικών από τα πιο γνωστά στην αγορά μας.

Για την σύνταξη του πίνακα αυτού παραδεχθήκαμε ότι και τα 30 ξύλα ξεκινούν με την ίδια τελική υγρασία χρήσης στις κατασκευές μας.

Επίσης, επειδή δεν μπορούσαμε να αναφερθούμε σε όλες τις πόλεις του Πίνακα No 1, λόγω χώρου, διαλέξαμε τρεις χαρακτηριστικές περιοχές την Αθήνα, την Πάτρα και την Κέρκυρα με διαφορετική υγρασία ισορροπίας των ξύλων.

Ο πίνακας ξεκινάει με την πυκνότητα των ξύλων και συνεχίζει με τις στήλες 3 και 4 όπου βρίσκουμε τα γνωστά από την βιβλιογραφία ποσοστά κίνησης και των 30 ξύλων τόσο ως προς την μεγαλύτερη Πλατύβενη τομή (εφαπτομενική) όσο και ως προς την μικρότερη Ισόβενη τομή (ακτινική).

Στην στήλη 5, του πίνακα δίνουμε και τη σχέση μεταξύ των δυο αυτών ποσοστών, που αρχίζει με την πολύ μικρή του ΛΙΜΠΑ στο 1,2 και φτάνει με το διπλάσιο 2,4 του ΛΑΡΤΣΙΝΟΥ.

Η σχέση αυτή μας δείχνει πόσο ισορροπημένο είναι ένα ξύλο ως προς τις δυο τομές του.
Όσο πιο μικρή είναι η σχέση τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες, με μεγάλες αλλαγές της υγρασίας του να στραβώσει.

Την σχέση αυτή την λέμε Συντελεστή Ανισοτροπίας, εμείς θα μπορούσαμε να την λέγαμε ίσως πιο απλά Δείκτη Πετσικαρίσματος.

Στο ΝΤΟΥΣΙΕ πχ το ποσοστό κίνησης της πλατύβενης τομής ανέρχεται στο 4,3% και της ισοβενής στο 2,6%.

Τα ποσοστά αυτά σημαίνουν ότι αν ξηράνουμε ένα ξυλοτεμάχιο του ΝΤΟΥΣΙΕ από το σημείο του Ινοκόρου του, που είναι στο 26% (στήλη 6), στο 0% υγρασίας, το ξύλο αυτό από την πλατύβενη του πλευρά θα χάσει 4,3% του μήκος του, ενώ από την ίσοβενη το 2,6%.

Κατά συνέπεια, αν διαιρέσουμε το ποσοστό της πλατύβενης κίνησης του 4,3% με το σημείο Ινοκόρου του ξύλου αυτού βρίσκουμε ένα ποσοστό ίσο προς το 0,165% που σημαίνει ότι για κάθε μεταβολή της υγρασίας του ΝΤΟΥΣΙΕ κατά 1%, το ξύλο αυτό κατά την πλατύβενη του διάσταση θα κινείται πάνω ή κάτω ανάλογα με το ποσοστό αυτό.
Το ίδιο αν διαιρέσουμε το ποσοστό της ίσοβενης του κίνησης το 2,6% με το ίδιο σημείο ινοκόρου θα βρούμε το αντίστοιχο ποσοστό του 0,100%.
Τα ποσοστά αυτά (0,165% και 0,100%) αποτελούν το ασφαλέστερο μέτρο για την εκτίμηση της κίνησης των ξύλων, δηλαδή μας δίνουν την ΣΧΕΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΞΥΛΩΝ.

Από πρακτικής πλευράς, για να έχουμε μια ασφάλεια στους παρακάτω υπολογισμούς μας, θα δεχθούμε στον πίνακα No 2 ότι τα ξύλα μας θα κινούνται με βάση την μεγαλύτερη σχετική κίνηση της πλατύβενης πλευράς, έστω και αν κατά κάποιο τρόπο υπερβάλουμε.

Στη στήλη 7 του πίνακα No 2, δίνουμε την σχετική αυτήν κίνηση και για τα 30 ξύλα, από όπου μπορούμε να διαπιστώσουμε τις υπάρχουσες μεγάλες διαφορές.
Π.χ. για το ΒΕΓΚΕ βρίσκουμε σχετική κίνηση 2,5 φορές παραπάνω από το ΝΤΟΥΣΙΕ (0,413/0,165).

Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι από αρμόδια Ινστιτούτα του ξύλου έχει διαπιστωθεί ότι όταν το ξύλο ξηρανθεί σε χαμηλά επίπεδα πχ του 8-15%, οι κινήσεις του μειώνονται κατά ένα ποσοστό 10-15%.

Εξ αιτίας τούτου, στην στήλη 8 του πίνακα προσαρμόσαμε ανάλογα τα ποσοστά της Σχετικής Κίνησης.

Για τα υπόλοιπα στοιχεία του πίνακα No 2 στις στήλες 9-16 χρησιμοποιούμε αυτήν την μικρότερη σχετική κίνηση της στήλης 8.

Για να γίνουν πιο κατανοητά τα στοιχεία του πίνακα No 2 θα πρέπει ίσως να επαναλάβουμε τα 3 βασικά του δεδομένα :

1. Την Σχετική κίνηση των ξύλων που χρησιμοποιούμε.
2. Την τελική υγρασία των ξύλων που χρησιμοποιούμε. Για την υγρασία αυτή δεχθήκαμε το 13,5% σαν μέση τιμή μεταξύ των υγρασιών 12-15%.
3. Τις Υγρασίες Ισορροπίας των ξύλων, στις 3 πόλεις τόσο κατά τον μήνα Δεκέμβριο όσο και κατά τον μήνα Ιούλιο, που είναι οι εξής σε ποσοστά :

ΠΟΛΕΙΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ
Αθήνα 14,0 7,8
Πάτρα 15.4 11,6
Κέρκυρα 15,1 11,9

 

Ας δούμε τώρα (πχ) τι θα έχουμε στην Αθήνα με την τελική υγρασία ή υγρασία χρήσεως το 13,5% .

Τον Ιούλιο η διαφορά μεταξύ υγρασίας χρήσεως και υγρασίας ισορροπίας όπως βλέπουμε είναι αρκετά μεγάλη (13,5 – 7,8 = 5,7%).

Ας δεχθούμε σαν παράδειγμα ότι χρησιμοποιούμε στις ξυλοκατασκευές εξωτερικής χρήσης, το ΣΙΠΟ που έχει σχετική κίνηση, στο 0,205%.

Πολλαπλασιάζοντας την διαφορά του 5,7% με την σχετική αυτή κίνηση του 0,205%, βρίσκουμε ότι τον Ιούλιο στην Αθήνα, ένα ξυλοτεμάχιο του ΣΙΠΟ, θα χάσει περίπου το 1,2% των διαστάσεων του σε πλάτος και σε πάχος (5,7 Χ 0,205 = 1,2%).
Δηλαδή ένα μαδέρι των 100Χ50mm θα ρικνωθεί τον Ιούλιο στο 98,8Χ49,4mm.

Αντίθετα στην Πάτρα, όπου η διαφορά μεταξύ υγρασίας χρήσεως και υγρασίας ισορροπίας είναι μικρότερη στο 1,9% (13,5 – 11,6 = 1,9%), το ίδιο ξύλο του ΣΙΠΟ θα χάσει μόνο το 0,4% των διαστάσεων του σε πλάτος και σε πάχος (1,9 Χ 0,205 = 0,4%).
Δηλαδή το μαδέρι του ΣΙΠΟ των 100Χ50mm θα ρικνωθεί μόνο στο 99,6Χ49,8mm.

Εδώ βλέπουμε ότι ενώ στην Αθήνα με την υγρασία χρήσεως 13,5% χάνουμε κάτι παραπάνω από χιλιοστό, με την ίδια υγρασία στην Πάτρα χάνουμε μόνο δέκατα του χιλιοστού.

Για να βελτιωθεί η κατάσταση στην Αθήνα, ως προς την ρίκνωση, η άλλη λύση είναι, η χρησιμοποίηση ξύλων ΣΙΠΟ με μικρότερη υγρασία χρήσεως, έστω του 11% σαν μέση τιμή μεταξύ 10-12%.

Έτσι στις στήλες 15 και 16 χρησιμοποιώντας ξύλα με μέση υγρασία 11% μειώνουμε το 1,2% της ρίκνωσης στο 0,7%.
Οπότε το ξύλο ΣΙΠΟ των 100Χ50mm, θα ρικνωθεί τον Ιούλιο στην Αθήνα στο 99,3Χ49,7mm δηλαδή σε δέκατα του χιλιοστού.

Ένα μαδέρι ξυλείας ΣΙΠΟ των 100Χ50mm στην Αθήνα τον Ιούλιο θα ρικνωθεί στο 98,8Χ49,4mm, δηλαδή θα χάσει περίπου το 1,2% των διαστάσεων του σε πλάτος και σε πάχος (Βλέπε κείμενο).
Αντίθετα στην Πάτρα, όπου η διαφορά μεταξύ υγρασίας χρήσεως και υγρασίας ισορροπίας είναι μικρότερη στο 1,9% (13,5 – 11,6 = 1,9%), το ίδιο ξύλο του ΣΙΠΟ θα χάσει μόνο το 0,4% των διαστάσεων του σε πλάτος και σε πάχος (1,9 Χ 0,205 = 0,4%).
Δηλαδή το μαδέρι του ΣΙΠΟ των 100Χ50mm θα ρικνωθεί μόνο στο 99,6Χ49,8mm.
Βλέπουμε δηλαδή πως ενώ στην Αθήνα με υγρασία χρήσεως 13,5% χάνουμε κάτι παραπάνω από χιλιοστό, με την ίδια υγρασία στην Πάτρα χάνουμε μόνο δέκατα του χιλιοστού.

Βέβαια σε ξύλα με μικρότερη την σχετική κίνηση από το ΣΙΠΟ όπως είναι το ΝΤΟΥΣΙΕ, το ΤΕΚ, το IROKO, το ΜΑΟΝΙ θα έχουμε πολύ μικρότερη ρίκνωση, τόσο στην Αθήνα, όσο και σε άλλες πόλεις.

Αντίθετα σε ξύλα όπως πχ η Οξιά, με την σχετική της κίνηση της του 0,320% (βλέπε πίνακας No 2 σειρά 27), η ρίκνωση του ξύλου της, σε πόλεις με χαμηλές υγρασίες ισορροπίας τον Ιούλιο, όπως η Λάρισα, η Σύρος, η Κοζάνη, η Τρίπολη, τα Τρίκαλα (βλέπε πίνακα No 1) θα είναι μεγαλύτερη αν δεν επιλέξουμε την κατάλληλη υγρασία χρήσης.]

Από τη άλλη πλευρά διαλέγοντας ξύλα με πολύ χαμηλές υγρασίες χρήσεως, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την ρίκνωση το καλοκαίρι, μπορεί να έχουμε αντίθετο πρόβλημα ως προς την διόγκωση τους τον χειμώνα σε περιοχές όπως η Μυτιλήνη, τα Τρίκαλα, η Πάρνηθα όπου η υγρασία ισορροπίας είναι πολύ μεγάλη.

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ ότι στις ΗΠΑ πολλοί επιπλοποιοί χρησιμοποιούν υγρασίες χρήσεως πολύ χαμηλές, με το σκεπτικό ότι καλλίτερα να έχουμε διογκώσεις παρά ρικνώσεις, που μπορεί να μας δημιουργήσουν σχισμές στα ξυλουργήματα μας.

Για να δειχθεί πιο παραστατικά η επίπτωση στις κινήσεις των ξύλων, από τους τρεις παράγοντες :

– Υγρασία χρήσεως (τελική υγρασία)
– Υγρασία ισορροπία
– Είδος ξύλου

δίνουμε τον Πίνακα No 3, όπου βλέπουμε πως κινούνται διάφορα είδη ξύλων, πχ με μια αρχική διάσταση των 150Χ50mm.

Από τον πίνακα αυτόν, διαπιστώνεται η μικρή κίνηση των 4 πρώτων ειδών ΝΤΟΥΣΙΕ – ΜΕΡΜΠΑΟΥ – ΙΡΟΚΟ και ΤΕΚ, σε σχέση με τα λοιπά είδη ΟΞΥΑΣ, ΒΕΓΚΕ και ΠΕΥΚΟ ΣΟΥΗΔΙΑΣ.

Επίσης διαπιστώνεται η επίπτωση της μείωσης της υγρασίας χρήσης στην Αθήνα από το 13,5% στο 11%.

Βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν αποκλείονται ξύλα με μεγάλη Σχετική Κίνηση, γιατί εκτός από την επιλογή της κατάλληλης υγρασίας χρήσεως την οποία θεωρούμε πολύ σοβαρό παράγοντα, υπάρχουν και άλλα τεχνικά μέσα και λύσεις που τα κάνουν και αυτά κατάλληλα για ξυλουργήματα εξωτερικού χώρου των σπιτιών μας.
Άλλωστε πολλά από αυτά τα δύσκολα ξύλα έχουν άλλα πολύτιμα χαρακτηριστικά, όπως π.χ. αντοχές σε προσβολές ξυλοφάγων εντόμων, χαμηλό συντελεστή πετσικαρίσματος (ανισοτροπίας) κ.τ.λ.

Ένα τέτοιο ξύλο πχ είναι το ΒΕΓΚΕ, που σύμφωνα με τον πίνακα No 2 (στήλη 5) έχει συντελεστή πετσικαρίσματος (ανισοτροπίας) μόνο 1,5 την στιγμή που το «εύκολο» ξύλο ΝΤΟΥΣΙΕ έχει μάλιστα λίγο παραπάνω στο 1,6.

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί το ΒΕΓΚΕ να κινείται περισσότερο λόγω της μεγάλης του σχετικής κίνησης από άλλα ξύλα, αλλά λόγω του μικρότερου του συντελεστή ανισοτροπίας του πχ από το ΤΕΚ [1,6<1,9] θα υπάρχει μικρότερος κίνδυνος να στραβώσει αν πχ θα προκύψουν πολύ μεγάλες διαφορές μεταξύ υγρασίας χρήσεως (πχ 20%) και υγρασία ισορροπίας (7,8%).

Σαν τεχνικές λύσεις που αναφέραμε προηγουμένως για ξύλα με μεγάλη σχετική κίνηση πχ πάνω από το 0,260% θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις κάτωθι:

1. Η χρησιμοποίηση τους σε μικρότερες διαστάσεις.
2. Η προτίμηση της ισόβενης τομής (ακτινικής) ως προς την μεγάλη πλευρά των ξυλοτεμαχίων τους.
3. Η χρησιμοποίηση ισχυρών μεγάλης διάρκειας ανθυγραντικών ουσιών (βερνίκια, παραφίνες, κτλ).
4. Οι τεχνικές της αντικόλλησης και της πολυκόλλησης (τρικολλητά ξύλα, κτλ).
5. Ο εμποτισμός με ειδικές διογκωτικές ουσίες.