Επάγγελμα ξυλουργός. Χθες – σήμερα – αύριο

1) Μάστορες και παραγιοί στην προπολεμική Αθήνα

2) Εγώ, ο Κώστας και μια ιστορία ξύλου (στη σημερινή Αθήνα)

Μερικές φορές μπορούμε να ανακαλύψουμε το μέλλον μας στο παρελθόν και να βρούμε στο παρελθόν την έμπνευση ή και την ίδια την απάντηση σε σημερινά προβλήματα.

Χωρίς αμφιβολία, ένα από τα μεγαλύτερα σημερινά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας είναι η επαγγελματική αποκατάσταση των νέων, η οποία ξεκινάει από τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό.

Στις μέρες μας τα επαγγέλματα της επεξεργασίας του ξύλου δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι από τα πλέον δημοφιλή μεταξύ των νέων.

Ακόμα και παιδιά επιχειρηματιών του ξύλου, στην πρώτη φάση της ενήλικης ζωής τους δεν επιλέγουν να συνεχίσουν το επάγγελμα του πατέρα τους, ίσως γιατί το έχουν ταυτίσει με δυσάρεστες αναμνήσεις που έτυχε να ακούσουν από τους γονείς τους.

Στην πορεία όμως, τα περισσότερα παιδιά, αφού δουν και ζήσουν διάφορες καταστάσεις, επιστρέφουν στο πατρικό επάγγελμα.
Μάλιστα, από τη στιγμή που αρχίζουν να διαπιστώνουν ότι ξύλο και δημιουργικότητα πηγαίνουν πλάι – πλάι, αρχίζουν να αγαπούν αυτό που κάνουν και αρχίζουν να ονειρεύονται, δίνοντας έτσι το νόημα που θέλουν στη ζωή τους.

Ασυζητητί, το οικονομικό όφελος ως κίνητρο προέχει, αλλά πάνω στο συγκεκριμένο θέμα που μιλάμε, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, το κέρδος δεν έχει τον πρώτο λόγο όταν πρόκειται για νέους.

Κάποτε, οι συνοικίες ήταν γεμάτες από εργαστήρια όλων των επαγγελμάτων μέσα στους κατοικημένους χώρους της πόλης.
Οι νέοι έβλεπαν από κοντά τι γίνεται με το κάθε επάγγελμα και κολλούσαν όπου τους άρεσε.
Έτσι έκαναν σ’ όλη τους τη ζωή το επάγγελμα που αγάπησαν από μικροί. Τότε δεν υπήρχε θέμα επαγγελματικού προσανατολισμού. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ήταν κοινωνικός αυτοματισμός.

Σήμερα οι νέοι, παρόλο που σπουδάζουν σε διάφορες σχολές, αγνοούν τα επαγγέλματα του ξύλου, τόσο τα άμεσα, όσο και τα δορυφορικά.

Σήμερα, χάρη στην ηλεκτρονική τεχνολογία (μηχανές CNC, CAD/CAM) τα επαγγέλματα του ξύλου μεταμορφώθηκαν.
Ο σχεδιαστής έγινε designer, ο μάστορας industrial designer ή προγραμματιστής μηχανής CNC κτλ.
Η γοητεία της ηλεκτρονικής τεχνολογίας έδωσε νέα διάσταση στα ξυλουργικά επαγγέλματα.

Πέρα από τη γοητεία της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, νέα διάσταση στα ξυλουργικά επαγγέλματα έδωσε και η οικολογία.
Το ξύλο είναι στην καρδιά της πράσινης ανάπτυξης και της οικολογικής αισθητικής.

Με βάση λοιπόν, την παραπάνω προσέγγιση περί επαγγελματικού προσανατολισμού, σας παρουσιάζουμε δύο πολύ ενδιαφέροντα άρθρα:

Στο πρώτο – Μάστορες και παραγιοί στην προπολεμική Αθήνα –
ο Γιάννης Σιμωνέτης, μιλάει για την προπολεμική Αθήνα, πως οι μαθητευόμενοι παραγιοί «έκλεβαν» την τέχνη και για πολλά άλλα.

Σημειωτέον, ο Γιάννης Σιμωνέτης έφυγε απ’ αυτόν τον κόσμο πλήρης ημερών, αφήνοντας πίσω του, μεταξύ άλλων, «ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ του ΓΙΑΠΙΟΥ και του ΠΑΓΚΟΥ», ένα μοναδικό βιβλίο (δική μας έκδοση), που διασώζει έναν θησαυρό γνώσεων και πληροφοριών από το παρελθόν και μας καλεί «πίσω στο μέλλον».

Το δεύτερο άρθρο (γραμμένο το 2015) – Εγώ, ο Κώστας και μια ιστορία ξύλου – του γνωστού Πέτρου Κωστόπουλου από τον ιστότοπο www.toratora.gr συνάδει με τον σκοπό και τους στόχους της δικής μας ιστοσελίδας.

Συγκεκριμένα, θίγει το θέμα της μεταβίβασης της μικρής ξυλουργικής επιχείρησης από την πρώτη γενιά στη δεύτερη, κάτι που αποτελεί ένα καυτό κοινωνικό θέμα για τις περισσότερες οικογένειες του ξύλου-επίπλου.

Και πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζει τον Κώστα Γιαμπάνη, έναν νέο ξυλουργό, ο οποίος μέσα στην οικονομική κρίση της σημερινής Ελλάδας επέλεξε να συνεχίσει το ξυλουργείο του πατέρα του, βάζοντας τη δική του πινελιά με το να κατασκευάζει το απόλυτο οικολογικό έπιπλο.

Διαβάστε και τα δύο άρθρα μας. Συνδέουν το χθες με το σήμερα και προϊδεάζουν το αύριο. Είναι κι απολαυστικά, χάρη στο έντονα προσωπικό στυλ των συγγραφέων τους.

1. Μάστορες και παραγιοί στην προπολεμική Αθήνα

Του Γιάννη Σιμωνέτη.

Πηγή: Περιοδικό «ξύλοΕΠΙΠΛΟ»

Μάθε τέχνη κι’ άστηνε κι άμα πεινάσεις πιάστηνε – έλεγε κάποτε ο λαός με την αλάνθαστη σοφία του. Και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως κανείς τεχνίτης, όταν είναι καλός και σωστά καταρτισμένος στη δουλειά του, μπορεί να μη γένει πλούσιος, όμως είναι σίγουρο πως ποτέ δεν πρόκειται να πεινάσει.

Υπήρξε κάποια παλιότερη εποχή πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία η ιδιότητα του τεχνίτη, δηλαδή τον «μάστορα», ήταν τίτλος αξιοσέβαστος. Και αυτό γιατί, εκτός των άλλων, ήσαν τότε οι πιο πολλές τέχνες δύσκολες καθώς η συμβολή της μηχανής στη διαδικασία των κατασκευών γενικώς και σε σύγκριση με τη σημερινή εποχή, ήταν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη.

Αυτό βέβαια συνέβαινε σε επίπεδο μικρών παραγωγικών μονάδων και μικροεργαστηρίων που τότε ήταν η πλειονότητα του παραγωγικού δυναμικού. Υπήρχαν όμως και οι πολύ μεγάλες παραγωγικές μονάδες, σε επίπεδο εργοστασίων που απασχολούσαν πολλές δεκάδες εργατοτεχνιτών όπως θα αναφέρω και παρακάτω ειδικά στο χώρο της τέχνης του επίπλου, όπου διέθεταν αρκετά μηχανήματα ποικίλης μορφής για την πρωτογενή και τη δευτερογενή επεξεργασία των πρώτων υλών.

Υπήρχαν βέβαια και τότε τα γνωστά μας μηχανοξυλουργεία τα οποία διέθεταν διάφορα μηχανήματα για τη βασική επεξεργασία του ξύλου αλλά η δουλειά αυτή προσφερόταν με «χρονο-χρέωση» η οποία πληρωνόταν από τους μικρομαγαζάτορες με πενήντα περίπου δραχμές την ώρα. Όμως το ποσόν αυτό ισοδυναμούσε τότε με τα τρία τέταρτα περίπου του ημερομισθίου ενός ειδικευμένου τεχνίτη. Για το λόγο αυτό ήταν προτιμότερη η χειρονακτική επεξεργασία. Το ανθρώπινο χέρι είχε εκείνη την εποχή τον πρώτο ρόλο σε όλες τις τέχνες. Η τόσο γνωστή, ακόμα και σήμερα, φράση «εργασία χειρός» ήταν από πάντα τίτλος υπεροχής για τα έργα της τέχνης τα οποία ήσαν προϊόντα του ανθρώπινου μόχθου.

Τι να πούμε για την τέχνη του σιδερά ο οποίος, με υπομονή και με μοναδικά εφόδια την τσιμπίδα, το βαρύ σφυρί και το καμίνι με το κωκ, επεξεργαζόταν το πυρακτωμένο σίδερο για να το πλάσει και να τον δώσει μορφή; Τι να πούμε για τον ταλαίπωρο τον επιπλοποιό ο οποίος, από ένα απρόσωπο κομμάτι δέντρου, κατάφερνε να φτιάχνει χαριτωμένα και χρήσιμα έπιπλα χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό εργαλεία όμοια με εκείνα που ήσαν σε χρήση αμέτρητους αιώνες πριν; Θέλετε να πούμε για τον τσαγκάρη που και αυτός, όμοια με τους άλλους τεχνίτες, με πάρα πολύ μόχθο αλλά και με μεράκι πολύ, έφτιαχνε παπούτσια με τα ελάχιστα παραδοσιακά εργαλεία του χρησιμοποιώντας την ίδια περίπου τεχνική που χρησιμοποιούσαν όλοι οι ομότεχνοι του μέσα στην απεραντωσύνη των αιώνων που προηγήθηκαν;

Θα πρέπει να αναφέρω και κάτι ακόμα που ήταν χαρακτηριστικό της απόλυτα χειρονακτικής προέλευσης του παραγόμενου έργου της τέχνης. Ήταν λοιπόν τότε κανόνας για τούς μαστό-ρους, ιδίως της τέχνης του ξυλουργού και του επιπλοποιού, απ’ όπου προέρχεται και ο γράφων, να κατασκευάζουμε ιδιοχείρως όλα σχεδόν τα εργαλεία μας. Όχι ότι δεν υπήρχαν έτοιμα εργαλεία στο εμπόριο. Όμως αυτά τα θεωρούσαμε «ψεύτικα» και κακής ποιότητος. Έτσι η πρώτη υποχρέωση των παραγιών, μόλις πρωτομπαίναμε στο επάγγελμα, ήταν να φτιάξουμε, με τη βοήθεια πάντα του παλιότερου μάστορα, το ροκάνι μας το οποίο το φυλάγαμε κατόπιν σαν σοβαρό κειμήλιο. Για την κατασκευή του χρησιμοποιούσαμε ξύλο από σκληρό πουρνάρι από το οποίο φτιάχνονταν όλα τα εργαλεία της ξυλουργικής τέχνης.

Τη «λάμα» του ροκανιού τη φτιάχναμε από παλιά σούστα αυτοκινήτου την οποία «ξεβάφαμε» θερμαίνοντάς την στη φωτιά. Στη συνέχεια την τροχίζαμε για να της δώσουμε την τελική της μορφή και αφού την ξαναβάφαμε στη φωτιά για να αποκτήσει την κατάλληλη σκληρότητα, την ακονίζαμε στο «λαδάκονο» με πάρα πολλή μεγάλη επιμέλεια. Πάνω σε παλιά αγγεία της κλασικής αρχαιότητας υπάρχουν ζωγραφισμένες εικόνες που δείχνουν τεχνίτες να φτιάχνουν τα εργαλεία τους.

Μερική άποψη τον εργοστασίου επίπλων της εταιρείας «Αθηναίος κα Βαράγκης», στις αρχές του αιώνα.

Η αγχώδης πίεση τον χρόνου και η νοοτροπία της «υπερπαραγωγής», η οποία είναι δυστυχώς σήμερα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και αυτοσκοπός, ήταν, στα χρόνια της προπολεμικής περιόδου, άγνωστα πράγματα στις τέχνες. Η ζωή κυλούσε τότε ήρεμα και συμβιβασμένα, με ρυθμούς ανθρώπινους, μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια της γενικής μιζέριας της εποχής. Έχω ακούσει αφηγήσεις παλιότερων μαστόρων για περιπτώσεις πελατών τους που τους παράγγελναν τα έπιπλα της κόρης τους η οποία μόλις είχε γεννηθεί για να τα παραλάβουν όταν αυτή θα… παντρευόταν!!
Αυτό σήμερα θυμίζει αστείο. Όμως σε κάποιες άλλες εποχές ήταν ο κανόνας.

Στην προπολεμική εποχή δεν ήταν σπάνιο το γεγονός να ακούει, ο περαστικός από τις γειτονιές της Αθήνας, κάποιους επιπλοποιούς να τραγουδούν σε τόνο «sotto voce» μέσα στα μαγαζιά τους συνοδεύοντας τη δουλειά τους με τραγούδια της εποχής και καντάδες. Αυτό συνέβαινε γιατί αρκετοί επτανήσιοι επιπλοποιοί, κυρίως Κερκυραίοι, είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα αμέσως μετά από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μεταλαμπαδεύοντας στην πρωτεύουσα την τέχνη του περίφημου «Κερκυραϊκού Επίπλου» μαζί με την έμφυτη τάση των Επτανησίων για τη μουσική και το τραγούδι. Ήταν οι περίφημοι «Ρεμεσιέρηδες», όπως έλεγαν τότε τους επιπλοποιούς στην Κέρκυρα. Προφανώς η λέξη «Ρεμεσιέρης» θα πρέπει να προέρχεται από το «Rimesso» το οποίο στα ιταλικά σημαίνει ξύλινη επένδυση επίπλου με κομμάτια έγχρωμου ξύλου μικρού πάχους.

Όμως αυτή ακριβώς η ιταλική λέξη, που αναφέρεται και στο ψηφιδωτό, περιγράφει σαφέστατα την παλιά ειδική τεχνοτροπία και τη διαδικασία με την οποία κατασκευάζονταν κάποτε τα ονομαστά Κερκυραϊκά έπιπλα.

Οι Κερκυραίοι επιπλοποιοί έφτιαχναν πρώτα το σκελετό του επίπλου από ξύλο κυπαρισσιού, που είναι «το τυπικό δέντρο του νησιού, και ύστερα «έντυναν» αυτό το σκελετό με κομμάτια διαφόρων ξύλων, που είχαν πάχος 4-5 χιλιοστών, σε περίτεχνα σχήματα και με απόλυτη προσαρμογή μεταξύ τους. Η συγκόλληση αυτών των κομματιών πάνω στον σκελετό γινόταν με ψαρόκολλα. Τα ξύλα αυτά προέρχονταν από ελιές, που αφθονούν στην Κέρκυρα, καθώς και από καρυδιές.

Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι ένα μέρος της ορολογίας της τέχνης του επίπλου, που έχει καθαρά ιταλική προέλευση όπως οι λέξεις: μόρσο, καβίλια, τραβέρσα, κομοδίνο, ροτόντα, τελάρο κ.λ.π. προέρχεται κυρίως από τα Επτάνησα στα οποία, εκτός από τη γλώσσα των ενετών κατακτητών, χρησιμοποιούσαν και την ενετική ονοματολογία σε όλες τις τέχνες.

Μια άλλη περιοχή προέλευσης της ιταλογενούς τεχνικής ορολογίας πρέπει να ήταν η Κρήτη καθώς και τα νησιά του Αιγαίου στα οποία ήσαν εγκατεστημένοι για κάποια χρόνια οι Ενετοί πριν από την κατάληψη των νησιών αυτών από τους Τούρκους.

Υπάρχουν ακόμα και λέξεις που προέρχονται καθαρά από την ιδιάζουσα ενετική διάλεχτο όπως π.χ. «μαραγκός» από το Marangon, καρέκλα ή σωστότερα καρέγλα με (γ), από την charegla κλπ.

Αντίθετα, στην υπόλοιπη Ελλάδα που βρισκόταν υπό την κατοχή των Τούρκων, εποχή κατά την οποία αναπτύχθηκε πάρα πολύ η οικοδομική τέχνη και που έφτασε αυτή σε επίπεδα επιστήμης, η τεχνική ορολογία συγκροτείται κυρίως από τούρκικες λέξεις. Έτσι έχουμε τους τεχνικούς όρους : μπόι, σοβάς, ταβάνι, ντουβάρι, ντερές, πρέκι, γιαγλί, περβάζι, μπατανάς κλπ.

Η παρουσία λοιπόν αυτής της τούρκικης ορολογίας στην οικοδομική τέχνη πρέπει να προερχόταν από την ανάγκη των μαστόρων εκείνης της εποχής να μπορούν να συνεννοούνται με τον πελάτη τους ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Τούρκος καταχτητής.

Ξαναγυρίζοντας όμως στην κατά τα άλλα μακάρια προπολεμική εποχή θα πρέπει να πούμε πως υπήρχαν σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας μικροεργαστήρια μέσα στα οποία οι παλιοί μαστόροι, σαν ιεροφάντες ξεχασμένης σήμερα θρησκείας, διακονούσαν τις τέχνες τους όπως μέσα σε ναό.

Και όσο κι’ αν φαίνεται παράξενο αυτό, ήσαν, κατά κάποιο τρόπο , «ναοί» αυτά τα εργαστήρια.

Ναοί της τέχνης. Το είχε τότε συνήθεια ο κάθε μαγαζάτορας, μόλις άνοιγε το μαγαζί του το πρωί, να κάνει το σταυρό του και να ψιθυρίζει κάποια ευχή πριν διαβεί το κατώφλι της πόρτας. Άσχετο αν την αμέσως επόμενη στιγμή τόφερνε κάποια αναποδιά της δουλειάς οπότε θα μπορούσε με πάρα πολλή ευκολία να… κατεβάσει ολόκληρο τον παράδεισο ! !

Άλλη συνήθεια ήταν να θεωρείται ο πάγκος εργασίας σαν «χώρος ιερός» στον οποίο δεν επιτρεπόταν να καθίσει κανείς πάνω σ αυτόν.

Αυτά τα εργαστήρια των διαφόρων τεχνών είχαν και μιαν άλλη, πολύ σπουδαία, κοινωνική αλλά και παιδαγωγική συνάμα αποστολή! Λειτουργούσαν δηλαδή και σαν μοντέλα «επαγγελματικού προσανατολισμού» για τα παιδιά της γειτονιάς τα οποία είχαν έτσι όλο τον καιρό και την άνεση να παρακολουθούν και να γνωρίζουν τις τέχνες από πάρα πολύ κοντά, σχεδόν «εξεπαφής» σε τρόπο που, όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, θα είχε κάνει το κάθε παιδί τις επιλογές του για το επάγγελμα το οποίο θα ακολουθούσε και που ενδεχομένως θα του ταίριαζε καλύτερα.

Σ’ εκείνα τα ήρεμα προπολεμικά χρόνια ήταν πάντα οι τέχνες ο πρώτος κρυφός έρωτας των παιδιών. Τότε ήταν κανόνας για τα παιδιά των μη προνομιούχων κοινωνικών τάξεων να πηγαίνουν, μετά το Δημοτικό σχολείο, μαθητευόμενοι σε διάφορα επαγγέλματα. Με τον τρόπο αυτό ανανεωνόταν, συνεχώς και χωρίς προβλήματα, το ανθρώπινο δυναμικό των διαφόρων επαγγελμάτων. Έτσι η «αλυσίδα» δεν κοβόταν και η παράδοση, με όλα τα μυστικά της, συνεχιζόταν αδιατάρακτα. Οι γνώσεις μεταβιβάζονταν από τον μάστορα στον παραγιό του που και εκείνος, όταν με τη σειρά του θα γινόταν κάποια στιγμή μάστορας, θα παρέδιδε τις γνώσεις του στο δικό του παραγιό εμπλουτισμένες με τες όποιες εμπειρίες που θα είχε αποχτήσει κατά την ενάσκηση του επαγγέλματος.

Τα χρόνια εκείνα τα προπολεμικά ήταν πραγματικά μια λαμπρή εποχή για όλες τις τέχνες οι οποίες διακονήθηχαν από μεγάλους μαστόρους που έλαμψαν στο στερέωμα για να χαθούν όμως μετά χωρίς να τους θυμάται κανείς πια σήμερα. Πιστεύω πώς Θα ήταν ένας ελάχιστος φόρος τιμής η σύνταξη ενός καταλόγου με τα ονόματα και τις δραστηριότητες του καθενός από αυτούς.

Κάποιοι Σύλλογοι και κάποιες Συντεχνίες επαγγελματιών θα πρέπει να αναδιφήσουν στα αρχεία τους και να συντάξουν καταλόγους κάποιων μελών τους που διακρίθηκαν. Αυτό Θα είναι μια θετική συμβολή στον πολιτισμό μας.

Εκτός από τα πολλά εργαστήρια τα εγκατεστημένα στις γειτονιές της τότε μικρής Αθήνας υπήρχαν και κάποια μεγάλα εργοστάσια επίπλων, ονόματα μυθικά, που η αναφορά τους τότε προκαλούσε το δέος. Απ’ όσα διέσωσε η μνήμη μου θα αναφέρω τα ακόλουθα κατά αλφαβητική σειρά. Αυτά είναι:

1) Των Αθηναίου και Βαράγκη που είχαν τότε εργοστάσιο στην αρχή της Ιεράς οδού κοντά στον Κεραμεικό.
2) Του Απέργη που βρισκόταν στη Λεωφόρο Συγγρού εκεί που τώρα έχει χτιστεί το μεγάλο ξενοδοχείο Ιntercontinental.
3) Του Πέτρου Καφούρου που είχε έκθεση στην πλατεία Μητροπόλεως κοντά στο Σύνταγμα.
4) Του Καραβοκύρη που είχε την έκθεση του στη γωνία Εδουάρδου Λω και Σταδίου, εκεί που τώρα έχει επεκταθεί το κτίριο της Τραπέζης Ελλάδος.
5) Των Νίκου και Κάψη που είχαν την έκθεσή τους στην οδό Πανεπιστημίου.
6) Το εργοστάσιο του Σαρίδη (πρώην Ψάλτη) που βρισκόταν πάντα όπου και σήμερα, δηλαδή πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Το δίπλωμα Χρυσού βραβείου, που απενεμήθη στους Δ. Αθηναίο και Θ. Βαράγκη το 1927, από την Δ.Ε.Θ. για την εμφάνιση των επίπλων τους.

Με αυτά τα εργοστάσια είχε στενή συνεργασία το επιπλοποιείο στο οποίο εργαζόταν τότε σαν παραγιός και ο γράφων. Ο λόγος της συνεργασίας αυτής ήταν ότι το μαγαζί μας διέθετε ένα πολύ καλά οργανωμένο τμήμα με τόρνους, με άριστους τεχνίτες στο είδος τους, όπου αναλαμβάναμε όλα τα τορνευτά τμήματα από τα έπιπλα που κατασκευάζονταν σ’ αυτά τα μεγάλα επιπλοποιεία.

Το επάγγελμα του τορναδόρου ήταν από πάντα μια ξεχωριστή ειδικότητα μέσα στο χώρο της επιπλοποιίας, μια ειδικότητα μηχανοξυλουργική μεν αλλά με έντονη καλλιτεχνική απόκλιση προς την ξυλογλυπτική.

Όπως και παραπάνω ανέφερα, αυτές οι μεγάλες φίρμες προκαλούσαν το σεβασμό και ήταν πολύ μεγάλο πλεονέκτημα για έναν τεχνίτη να έχει εργαστεί σε κάποιο από αυτά τα μεγάλα εργοστάσια. Θυμάμαι πως κάποιες φορές ερχόταν στο μαγαζί μας ένας τεχνίτης, μαστρο-Γιάννη τον έλεγαν, ο οποίος εργαζόταν στο εργοστάσιο του Σαρίδη σαν χρυσωτής επίπλων. Αυτός λοιπόν ο τεχνίτης ανελάμβανε να χρυσώνει με φύλλο μετάλλου κάτι ξυλόγλυπτα πολύφωτα στην κατασκευή των οποίων είχε μεγάλη ειδικότητα το μαγαζί μας. Τον τεχνίτη αυτόν τον βλέπαμε σαν κάτι το πολύ ξεχωριστό εξ αιτίας αυτής ακριβώς της απασχόλησής του σε μια μεγάλη φίρμα!

Αναπλέοντας τώρα προς τα πίσω στο κανάλι του χρόνου θα πρέπει να πούμε και κάτι για τους παραγιούς, τα «τσιράκια», από την τούρκικη λέξη «τσιράκ» που σημαίνει μαθητευόμενος τεχνίτης. Οι μαθητευόμενοι λοιπόν εκείνης της εποχής δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους παλιούς μαστόρους γιατί αυτοί οι μαστόροι, ενδόμυχα, δεν ήθελαν να μάθουν κι’ άλλοι τα μυστικά της τέχνης τους. Μυστικισμός και αρχαία κατάλοιπα κάλυπταν τότε όλες τις τέχνες.

Έτσι εμείς οε τοτηνοί παραγιοί «κλέβαμε» την τέχνη και τη μαθαίναμε σαν κάτι το απαγορευμένο με όλη τη συνακόλουθη γοητεία της… παράνομης κτήσης!!

Μια άλλη «τυπική» διαδικασία ήταν να αντικαθιστούν, οι παλιότεροι μαστόροι, το όνομα του κάθε παραγιού που πρωτόμπαινε στο επάγγελμα, με ένα παρατσούκλι! Αυτός ήταν ο κα-νόνας για τον πρώτο καιρό. Ύστερα, όταν πια μετά από πολύ καιρό θα αποκτούσαμε σιγά-σιγά την ιδιότητα του τεχνίτη, ξεχνιόταν το παρατσούκλι και επανερχόταν σε χρήση το βαφτιστικό μας όνομα μαζί με τον επίζηλο τίτλο του «μάστορα» τον οποίο, ας σημειωθεί, μας τον «απένειμαν» στην αρχή κοροϊδευτικά μεν αλλά σε φιλικό τόνο και χωρίς κακία οι παλιότεροι μαστόροι, συνάδελφοι πλέον. Πάντοτε όμως εμείς οι νεότεροι τρέφαμε απεριόριστο σεβασμό προς τους παλιότερους.

Έτσι με τα χρόνια ο παραγιός απέβαλλε σιγά-σιγά το παρατσούκλι του και γινόταν πάλι ο Πέτρος ή ο Χρήστος και ύστερα πάλι από κάποια χρόνια γινόταν τελικά ο μαστρο-Πέτρος ή ο μαστρο-Χρήστος κ.λ.π.

Και ήταν αυτός ο τίτλος του «μάστορα» κατά πολύ ανώτερος από τον τίτλο του «κυρίου».

Δίπλωμα, που απενεμήθη στην εταιρεία «Αθηναίος και Βαράγκης» από το Σωματείο Ξυλουργών και επιπλοποιών καταστηματαρχών, κατά την ίδρυσή της.

Τώρα, ύστερα από τη λαίλαπα των πολέμων και των κινημάτων με όλες τες συνακόλουθες κοινωνικές ανακατατάξεις που γνώρισε η χώρα μας, έλαχε σε μας, τους τότε παραγιούς και σημερινούς παλιούς πλέον μαστόρους κρίκους μιας μακρότατης αλυσίδας που συγκροτούσε την παράδοση, να παραστούμε μάρτυρες του τέλους μιας μεγάλης εποχής του χειροποίητου επίπλου, του χειροποίητου έργου τέχνης γενικά.

Είναι θλιβερό σήμερα το θέαμα κάποιων παλαιών επιπλοποιών που, υπερήλικες πια, διακονούν την άγια τέχνη μας μέσα στα σκονισμένα παλιά εργαστήρια τους χωρίς την παρήγορη παρουσία του παραγιού η οποία θα τους έδινε την ελπίδα, πριν κλείσουν τα μάτια, να δουν την επιβίωση της χιλιάκριβης προσφοράς τους στην τέχνη.

Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν οι δημιουργοί που κόσμησαν και λάμπρυναν κάποτε με την πανέμορφη τέχνη τους παλάτια κι’ αρχοντικά σε ώρες χαράς.

Ύστερα, σεμνά κι’ αθόρυβα, απεχώρησαν από τη σκηνή σαν τους ηθοποιούς που τέλειωσε ο ρόλος τους, για να τυλιχτούν κατόπιν στα πέπλα της λησμονιάς. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται, λίγο πολύ, στα περισσότερα παραδοσιακά επαγγέλματα. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από τα αδιάφορα πέτρινα βλέμματα όλων μας χωρίς κανείς να αντιδρά.

Νεαρός τεχνίτης κατασκευάζει πλάνη (Αναπαράσταση από αρχαίο αγγείο)

Κλείνοντας τώρα τούτη τη σύντομη περιπλάνηση στο παρελθόν του ελληνικού επίπλου στην προπολεμική Αθήνα, θα ήθελα να συμπληρώσω πως από τις παλιές, μεγάλες φίρμες που προανέφερα, έχουν απομείνει σήμερα οι επιχειρήσεις: Σαρίδης Α.Ε. καθώς και οι αδελφοί Βαράγκη που, μαζί με κάποιους καταξιωμένους δημιουργούς, συνεχίζουν την παλιά παράδοση της ελληνικής επιπλοποιίας.

2. Εγώ, ο Κώστας και μια ιστορία ξύλου

Πέτρου Κωστόπουλου
Πηγή: www.toratora.gr

Όλο βαρεμένους ανθρώπους βλέπω γύρω μου εδώ και πέντε χρόνια. Νταουνιασμένους, χωρίς διάθεση, σχεδόν απογοητευμένους από την οικονομική κατάσταση. Σπάνια βλέπεις άνθρωπο με όρεξη και αισιοδοξία. Και όλοι γκρινιάζουμε. Πέρσι την άνοιξη, βρέθηκα απέναντι σε ένα παλικάρι που ήρθε στο γραφείο για να με δει. Ωραίο παιδί, γυμνασμένο, γύρω στα 40, με μάτι να γυαλίζει. Ήθελε να διαφημίσει το μαγαζί του σε κάποιο από τα site. Κάτι μου πέταξε για τα παλιά ΚΛΙΚ και Nitro, κάτι από αυτά που κι εγώ ο ίδιος είχα ξεχάσει. «Πού τα θυμάσαι ρε όλα αυτά;» τον ρώτησα. Μου απάντησε κάτι που το έχω ακούσει κι από άλλους ανθρώπους, ότι τα έχει όλα μαζεμένα. Πιάσαμε την κουβέντα στο γραφείο κι άρχισα να βλέπω απέναντι μου ένα άλλου είδους τύπο από αυτόν που κυκλοφοράει στην εποχή μας.

Αφού τελειώσαμε τα κλικονιτρικά, άρχισε να μου μιλάει για την δουλειά του. Σα να είχε πάρει τριπάκι μίλαγε. Ήταν αισιόδοξος! Φτιαγμένος. Εξιταρισμένος, για να το πω ευγενικά, με αυτό που έκανε. Χείμαρρος. Μορφωμένο παιδί, έπλεξε γύρω από το ξύλο και τα έπιπλα μια ωραία θεωρία. Τον κοίταζα και τον χαιρόμουν. «Δεν κολλάω πουθενά» μου είπε. «Κρίση ξεκρίση, θα τα καταφέρω. Το χω δει το όνειρο και γίνεται. Ό,τι κι αν χρειαστεί.»

Ο Κώστας Γιαμπάνης συνέχισε την δουλειά του πατέρα του. Ο κύριος Δημήτρης ήταν χρόνια επικεφαλής παραγωγής στο εργαστήριο του Βαράγκη, μια από τις καλύτερες εταιρείες που έχουν βγει στην Ελλάδα, σχετικά με το έπιπλο. Ο Κώστας δεν ήθελε να συνεχίσει να δουλεύει για άλλους. Είδε, ταξίδεψε, έμαθε και ήρθε να κάνει την δικιά του δουλειά και τα δικά του σχέδια. Ήταν ερωτευμένος με το ξύλο. Τόσο πολύ, που τις πιο πολλές φορές στενοχωριέται να το κόβει. Αν μπορούσε, θα έβαζε το δέντρο όπως είναι μέσα στο σπίτι. Είχε περάσει βέβαια μια φάση άρνησης, όπως κάνουμε όλοι οι πιτσιρικάδες, να συνεχίσει την δουλειά του πατέρα. Μεγάλης άρνησης. Για να ξεχαρμανιάζει έκανε πρωταθλητισμό στο kick box. Ήθελε δεν ήθελε, η μοίρα του τον οδήγησε στο ξύλο.

Σιγά σιγά κατάλαβε ότι Ζαμπίδης δεν θα γίνει, κι ότι αυτό είναι πιο πολύ ένα νεανικό χόμπι κι όχι επάγγελμα. Άσε που από μπουνιές-κλωτσιές πονούσε κάθε μέρα. Και οι μέρες πέρναγαν και κατάλαβε ότι δεν θα ξαναγυρνούσαν. Ο Κώστας λοιπόν, μίλησε με τον πατέρα του, παλιό μεγάλο μάστορα, και του είπε να κάνουν το δικό τους εργαστήριο και να ανοίξουν στην Κηφισιά ένα μικρό showroom. Ο πατέρας του διαφώνησε στην ιδέα.

Ποια ιδέα, ή τρέλα καλύτερα…; Να μην κάνει κανένα έπιπλο ίδιο με άλλο. Να είναι όλα custom made. Να μιλάει με τον πελάτη, να τον μαθαίνει και να του προτείνει κάτι που ο ίδιος σχεδιάζει. Ο πατέρας του ήταν της άποψης να συνεχίσουν με έπιπλα που έβγαιναν σε σειρές. Τυποποιημένα και μαζικής παραγωγής. Ο Κώστας, επέμεινε. Τελικά ο κύριος Δημήτρης συμφώνησε. Και δεν το μετάνιωσε. Ξανάνιωσε κι αυτός με την τρέλα του γιου του.

Βέβαια μιλώντας, τον άκουσα να το πηγαίνει στα άκρα. Σαν μουτζαχεντίν. «Δεν θέλω κανένα έπιπλο που να μοιάζει με κανένα άλλο». Εδώ διαφώνησα, όταν άνοιξα το στόμα μου μετά από ώρα. «Γιατί ρε;» του λέω, «αν ένα σχέδιο μπορεί να πουλήσει και βλέπεις ότι τραβάει να μην κάνεις και δέκα και είκοσι κομμάτια…; Δε σου λέω να το κάνεις μαζικής παραγωγής, αλλά όχι και κάτι όμορφο να μην το επαναλάβεις πάνω από μία φορές…». Τσίτωσε. Λέω θα μας χώσει καμία, σα να τον έβρισα. «ΟΧΙ» μου λέει, «αυτή είναι η ιδέα μου και θέλω να τραβήξω αυτή την πορεία. Σιχαίνομαι την ομοιογένεια. Θα στεγνώσω και θα κοπιάρω πατέντες». «Καλά» του λέω, «Όταν μεγαλώσεις ξανασκέψου το. Γιατί οι δουλειές δε γίνονται μόνο για χόμπι, γίνονται για να βγάζουμε και λεφτά. Και δυστυχώς πρέπει να μεγαλώνουμε. Δε μπορεί μια επιχείρηση να παραμείνει ίδια». Εκεί τελείωσε η πρώτη μας κουβέντα για να ανοίξουμε πολλές επόμενες.

Το θέμα είναι ότι το παλικάρι μου έδωσε ένα drive στον εγκέφαλο. Ότι και μες στη μαυρίλα μπορείς να ονειρεύεσαι. Και βέβαια, όσο πιο νέος είσαι τόσο περισσότερο ονειρεύεσαι. Αν έχει κάνει ένα μεγάλο κακό αυτή η γαμωκρίση, είναι ότι έχει στερήσει από τους νεότερους το δικαίωμα στο όνειρο. Αισθάνθηκα σα να τον υιοθετώ, παρότι δεν είμαι και πολύ ειδικός στο θέμα. Είχα ένα ψώνιο, ανάμεσα σε πολλά ψώνια που έχω. Πάντα τρελαινόμουν με αυτούς που σχεδιάζουν. Είτε έπιπλα, είτε ρούχα, είτε αυτοκίνητα. Αν ξαναγύρναγα στα 20, θα μπορούσα να κάνω κάτι από αυτά, αντί για οικονομικά.

Άρχισα να του λέω κι εγώ τι φαντάζομαι ότι θα έκανα. Στο περίπου, στο περιγραφικό. Του έδειχνα και καμιά φωτογραφία, η οποία βέβαια πάντα είχε σχέση με την επεξεργασία του ξύλου που κάνει ο ίδιος. Γούσταρε κι αυτός με τη σειρά του και μου έκανε τη χάρη να φτιάξει κάποια που έμοιαζαν με τη θολούρα που εξηγούσα. Και συνεχίσαμε. Ανταλλάσσαμε φωτογραφίες επίπλων στο mail και το διανθίζαμε με κουβέντες και ιδέες που θα έμοιαζαν με παλιά μου editorial. Σιγά σιγά άρχισα να του δίνω και καμιά συμβουλή για το μάρκετινγκ της υπόθεσης. Πως το μικρό εργαστήριο και το μικρό μαγαζί θα μπορούσαν να πλασαριστούν, όταν δεν υπάρχει σάλιο για διαφημίσεις. Του άρεσαν. Κι εμένα μου άρεσε, γιατί και το μυαλό μου απασχολούσα, που τα τελευταία χρόνια το έχω σε mode λειτουργίας στο 20% από πλευράς δημιουργίας (γιατί στο δικό μου χώρο έχει έρθει ο Αρμαγεδδών), αλλά και γιατί είναι ωραίο να κάνεις ένα φίλο μικρότερο, που πάει τέρμα τα γκάζια.

Το ΑΝΑΜΑ (το όνομα της επιχείρησης του Κώστα) είχε αρχίσει σταδιακά να διαμορφώνει και να σχεδιάζει χώρους. Μπαρ, εστιατόρια, γραφεία. Πολύ ωραίες δουλειές. Εντελώς νεωτερίστικες και πρωτότυπες, πέρα από τη γνωστή βαρεμάρα. Το μικρό μαγαζάκι ομόρφυνε, και απ΄ό,τι φαίνεται έπεισε με την τρέλα του και την αγάπη του για τη δουλειά, αρκετό κόσμο να «ψωνίσει» τις προτάσεις του. Γύρω να βογγάνε κι αυτός αυγουστιάτικα, κλεισμένος στο εργαστήριο, μου τηλεφωνούσε για να μου πει «καλά πάμε αφεντικό, βαράω ξύλο». Το αφεντικό βέβαια κατ’ ευφημισμόν, διότι ουδεμία επαγγελματική σχέση έχουμε, αλλά παλιά οι μικρότεροι, όταν έδειχναν σεβασμό σε ένα μεγαλύτερο τον έλεγαν ή αφεντικό ή δάσκαλο. Αυτό του έμεινε από τα editorial των περιοδικών, των οποίων ήταν φαν, κι απ΄ό,τι φαίνεται δεν τον… κατέστρεψαν.

Το ωραίο στη δουλειά του Κώστα είναι ό,τι θέλει να πειράζει λίγο το ξύλο, να μην το σκοτώνει, να το αφήνει να ζει. Να μπαίνει σε ένα χώρο και να τον ζεσταίνει. Να μην το λακάρει ντε και καλά, να μην σβήνει τις ραβδώσεις του φλοιού, έτσι ώστε όταν μπουν σε ένα χώρο να είναι «ζωντανά». Δεν είμαι ειδικός στην κριτική επίπλων για να χρησιμοποιήσω σωστούς χαρακτηρισμούς, αλλά σου κάνει και φρέσκο, και μοντέρνο, και αυθεντικό.

Κι αφού δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω με τα σωστά λόγια, θα σας τα δείξω σε φωτογραφίες για να καταλάβετε. Το καλό στην υπόθεση είναι ότι πήρα κι εγώ ένα μάθημα. Ότι ακόμα και μέσα στο μούλιασμα και τη μούχλα, μπορείς κάπου να δεις ένα ΑΝΑΜΑ στο μυαλό σου. Σου είναι χρήσιμο, πολύ χρήσιμο.